Ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιώργος Αυτιάς εμφανίστηκε σήμερα στον τηλεοπτικό σταθμό Sky και έκανε δηλώσεις που προκάλεσαν έντονο σχολιασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε πολιτικούς κύκλους.
Ο κ. Αυτιάς ξεκίνησε την τοποθέτησή του ευχαριστώντας τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη για τη στήριξή του και ανακοίνωσε ότι ανέλαβε ρόλο εισηγητή στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως το 2029. Όπως είπε, η θέση αυτή είναι σημαντική για την Ελλάδα και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε όσους επιβουλεύονται τη χώρα. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «όσο είμαι εγώ, μη φοβάστε τον Ερντογάν», υποστηρίζοντας ότι η παρουσία του στις Βρυξέλλες θα κάνει πιο προσεκτικούς πιθανούς αντιπάλους της χώρας μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Η δήλωση αυτή σχολιάστηκε έντονα, καθώς σύμφωνα με επίσημα στοιχεία η ακριβής αρμοδιότητα του κ. Αυτιά αφορά την έκθεση για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και όχι τον ίδιο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, όπως παρουσιάστηκε. Η διαφορά αυτή προκάλεσε ειρωνικά σχόλια για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι θεσμικοί ρόλοι στο ευρύ κοινό.
Παράλληλα, ο ευρωβουλευτής αναφέρθηκε και σε οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Μίλησε για στοχευμένες παρεμβάσεις στο μέτωπο του ΕΝΦΙΑ, όπως η κατάργησή του σε μικρούς οικισμούς κάτω από ορισμένο αριθμό κατοίκων, καθώς και για ενισχύσεις προς συνταξιούχους μέσω επιδομάτων που θα δοθούν σε διαφορετικές περιόδους του έτους. Σημείωσε επίσης ότι εξετάζονται μειώσεις στην προκαταβολή φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες και νομικά πρόσωπα.
Κριτική πλευρά σημείωσε ότι η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε μικρές κοινότητες αντιστοιχεί σε σχετικά μικρό δημοσιονομικό κόστος (γύρω στα 75 εκατομμύρια ευρώ), τη στιγμή που τα συνολικά έσοδα από τον φόρο φτάνουν τα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Παρόμοια σχόλια έγιναν και για τις ενισχύσεις στους συνταξιούχους, οι οποίες παρουσιάζονται ως ισοδύναμο 13ης σύνταξης, χωρίς ωστόσο να αποκαθιστούν πλήρως παλαιότερες παροχές.
Η εμφάνιση του κ. Αυτιά χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής επικοινωνίας που χρησιμοποιεί έντονη ρητορική για να τονώσει το ηθικό και να προβάλει την κυβερνητική πολιτική. Το αν η συγκεκριμένη θεσμική θέση μπορεί πραγματικά να επηρεάσει γεωπολιτικές ισορροπίες ή να αλλάξει ριζικά την οικονομική πολιτική, παραμένει ανοιχτό ερώτημα που θα κριθεί στην πράξη μέχρι το 2029.